Σεισμός /siˈzmos/ Noun

English
earthquake
한국어
지진

Example

  • Ένας ισχυρός σεισμός έπληξε την περιοχή χθες το βράδυ. [Σεισμός / Ταλάντωση / Δόνηση] της γης.
  • A powerful earthquake struck the region last night.
  • Το 'ισχυρός' (powerful) είναι μαγνητική λέξη με το 'σεισμός'.