Σεμινάριο /seminˈaɾio/ Noun

English
seminar
한국어
세미나

Example

  • Η διδασκαλία γίνεται με διαλέξεις και [σεμινάρια] — όχι μόνο με θεωρία.
  • Teaching is by lectures and seminars.
  • Το 'σεμινάριο' είναι ο βασικός όρος για την ακαδημαϊκή εμβάθυνση.