Σέρνω /ˈser.no/ VerbEnglishdrag한국어끌다ExampleΟ Γιάννης [σέρνει] (σέρνω/σέρνυα/έσερα) το βαρύ μπαούλο στο πάτωμα.He dragged the heavy trunk across the room.Εδώ τονίζεται η σωματική προσπάθεια και η τριβή.