σφάλμα /ˈsfal.ma/ Noun
- English
- bug
- 한국어
- 버그
Example
- Υπάρχει ένα **σφάλμα** που σκαρφαλώνει στον ώμο σου. (Το **έντομο** / Το **μικρόβιο** / Το **ζουζούνι**)
- There's a bug crawling up your arm.
- Εδώ χρησιμοποιείται η κυριολεκτική έννοια του 'bug' (έντομο), αλλά σπάνια σε σοβαρό λόγο.