Σιδηρόδρομος /siðiˈroðromos/ NounEnglishrailway한국어철도ExampleΟ [Σιδηρόδρομος] / [Τρένο] / [Σιδηροδρομική γραμμή] είναι ακόμα υπό κατασκευή.The railway is still under construction.Η λέξη 'Σιδηρόδρομος' είναι η πιο συνηθισμένη και περιεκτική.