Σημαντικός /siman.tiˈkos/ Adjective
- English
- significant
- 한국어
- 상당한
Example
- Δεν παρατηρήσαμε **σημαντικές** διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων.
- There are no significant differences between the two groups.
- Εδώ το 'σημαντικές' (πληθ. θηλ.) τονίζει την έλλειψη στατιστικής ή πρακτικής διαφοράς.