ανύπαντρος/η, μεμονωμένος/η ανύπαντρος/η, μεμονωμένος/η Adjective

English
single
한국어
솔로 (Solo) / 독신 (Single)

Example

  • Της έστειλε ένα [ένας και μοναδικός] κόκκινο τριαντάφυλλο.
  • He sent her a single red rose.
  • Τονίζει την ποσότητα: μόνο ένα.