σύνθημα /siˈθimɑ/ Noun
- English
- cue
- 한국어
- 신호 (Signal/Cue)
Example
- Η καμπάνα ήταν το σινιάλο (το σήμα / η ένδειξη / το σύνθημα) για να φύγουν οι μαθητές.
- The bell was the cue for the students to leave.
- Το 'σινιάλο' είναι πιο τεχνικό, το 'σύνθημα' πιο θεατρικό/οργανωτικό.