σιτάρι /siˈtari/ ΟυσιαστικόEnglishwheat한국어밀ExampleΟι αγρότες ετοιμάζονται να θερίσουν [το σιτάρι] — του [αλεύρου] / [του σίτου] / [του σταχυού].The farmers are preparing to harvest the wheat.Η λέξη 'θερίζω' είναι η μαγνητική επιλογή εδώ.