σκληρός /ˈskli.ros/ Επίθετο

English
harsh
한국어
가혹한

Example

  • Η ποινή ήταν **σκληρή** και άδικη. (Σκληρός / Αυστηρός / Άδικος)
  • The punishment was harsh and unfair.
  • Εδώ τονίζει την αυστηρότητα της απόφασης.