ΣΚΟΝΤΑΦΤΩ /skonˈdafto/ Ρήμα

English
stumble
한국어
비틀거리다

Example

  • Το μικρό παιδί **έσκονταψε** (σκοντάφτω/έσκονταψα/θα σκοντάψω) και σχεδόν έπεσε.
  • The child stumbled and nearly fell.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ο αόριστος, η στιγμή της απώλειας ισορροπίας.