Συγκομιδή / Περικόπτω /siŋkoˈmiði/ Noun

English
crop
한국어
수확물 / 크롭(자르기)

Example

  • Το ελαιόλαδο είναι μια σημαντική [σοδειά] στο νησί.
  • Sugar is an important crop on the island.
  • Η 'σοδειά' είναι ο πιο φυσικός όρος για αγροτικά προϊόντα.