Σοφός /soˈfos/ AdjectiveEnglishwise한국어지혜롭다ExampleΜου έδωσε μια πολύ σοφή συμβουλή για την καριέρα μου. [Σοφή / Φρόνιμη / Διορατική] — της.She gave me some very wise advice about my career.Το 'σοφή' εδώ υποδηλώνει εμπειρία, όχι απλή ευφυΐα.