Σόλο / Μόνος μου /ˈso.lo/ AdjectiveEnglishsolo한국어솔로ExampleΗ πρώτη του ατομική πτήση (μόνος / ιδιόχειρος / χωρίς συνοδεία) ήταν ορόσημο.His first solo flight was a milestone.Το 'ατομική πτήση' είναι η πιο φυσική έκφραση.