σώμα /ˈso.ma/ Noun

English
body
한국어

Example

  • Το ανθρώπινο σώμα είναι μια περίπλοκη δομή.
  • The human body is a complex structure.
  • Η λέξη 'σώμα' είναι η πιο ουδέτερη και επιστημονική επιλογή.