Συγγνώμη /siˈɣno̞mi/ AdjectiveEnglishsorry한국어죄송합니다ExampleΛυπάμαι πολύ για τη ζημιά στο αυτοκίνητό σου.I am very sorry about the damage to your car.Εδώ το 'λυπάμαι' λειτουργεί ως ρήμα, όχι επίθετο.