Σοβαρός /so.vaˈros/ AdjectiveEnglishserious한국어진지하다ExampleΗ εταιρεία αντιμετωπίζει **σοβαρή** (αξιοσημείωτη / κρίσιμη / μεγάλη) απειλή από νέους ανταγωνιστές.The company faces a serious threat from new competitors.Εδώ τονίζεται ο κίνδυνος.