Σπόρος /siːd/ NounEnglishseed한국어씨앗ExampleΈνα πακέτο με αγριολούλουδα: **σπόροι** αγριολούλουδων.A packet of wild flower seeds.Το «κουκούτσι» χρησιμοποιείται κυρίως για φρούτα (π.χ. ροδάκινου).