Στάδιο /ˈstaðio/ NounEnglishstage한국어단계ExampleΤο πρότζεκτ βρίσκεται στο αρχικό [στάδιο] της υλοποίησης.The project is in its early stages.Εδώ το 'στάδιο' δηλώνει την αρχή μιας πορείας.