Σταθερός /stɐˈveɾos/ Adjective

English
stable
한국어
안정적

Example

  • Η κατάσταση του ασθενούς είναι **σταθερή** (ακλόνητη / βέβαιη / ακλόνητη) — η καρδιά του χτυπά κανονικά.
  • The patient's condition is stable.
  • Στην ιατρική, το 'σταθερή' είναι η μόνη σωστή επιλογή.