Σταθμός /staˈθmos/ NounEnglishstation한국어역 (驛)ExampleΟ κεντρικός [Σταθμός] βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.The main station is located in the city center.Η λέξη 'Σταθμός' είναι η πιο συνηθισμένη επιλογή.