Σταθερότητα /sta.θe.roˈti.ta/ Noun

English
stability
한국어
안정

Example

  • Η χώρα αναζητά οικονομική [σταθερότητα] — όχι [ακλόνητο] ούτε [στερεότητα] — για να προχωρήσει.
  • The country is seeking economic stability.
  • Στην πολιτική, η λέξη είναι συνώνυμη της συνέχειας και της προβλεψιμότητας.