ΑΚΑΡΙΑΙΟΣ / ΑΚΑΡΙΑΙΑ /akaɾjaˈi.os/ Adjective
- English
- instant
- 한국어
- 즉시
Example
- Αυτός ο λογαριασμός σου δίνει **ακαριαία** πρόσβαση στα χρήματά σου.
- This account gives you instant access to your money.
- Το 'ακαριαία' (επίρρημα) εδώ τονίζει την ταχύτητα της πρόσβασης.