στοιχείο /stiˈçio/ Noun

English
element
한국어
요소

Example

  • Υπάρχουν τρία βασικά **στοιχεία** που πρέπει να λάβουμε υπόψη.
  • There are three important elements to consider.
  • Εδώ το 'στοιχείο' είναι συνώνυμο του 'παράγοντα' ή της 'βασικής αρχής'.