ΒΑΣΙΚΟ /vɑːˈsiko/ Adjective

English
elementary
한국어
기초적인

Example

  • Εγγράφηκε σε ένα μάθημα **στοιχειώδους** κωδικοποίησης.
  • She is enrolled in an elementary course on coding.
  • Εδώ τονίζεται η αρχή της μάθησης, όχι η δυσκολία.