στυλό /stiˈlo/ Noun

English
pen
한국어

Example

  • Έπιασε το [στυλό] για να υπογράψει τη σύμβαση.
  • She reached for her pen to sign the contract.
  • Το 'στυλό' είναι η πιο κοινή λέξη σήμερα.