συλλαμβάνω /silaˈvaneo/ NounEnglisharrest한국어체포하다ExampleΗ αστυνομία έκανε αρκετές [σύλληψη] χθες το βράδυ.The police made several arrests last night.Η 'σύλληψη' είναι ο καθιερωμένος όρος για την αστυνομική ενέργεια.