Σχέση /sxeˈsi/ NounEnglishrelation한국어관계ExampleΟι διπλωματικές σχέσεις (σχέση / δεσμός / επαφή) μεταξύ των δύο χωρών έχουν ψυχρανθεί.The diplomatic relations between the two countries have soured.Στην πολιτική, το «σχέση» είναι το στάνταρ.