σχέση /sˈce.si/ NounEnglishrelationship한국어관계ExampleΈχουν μια πολύ στενή προσωπική σχέση (δεσμός / σύνδεσμος / επαφή).They have a very close personal relationship.Η 'σχέση' εδώ υποδηλώνει συναισθηματικό δέσιμο.