Συχνότητα Εμφάνισης /siˈfnotita emfaˈnisɪs/ Noun
- English
- incidence
- 한국어
- 발생률 (incidence)
Example
- Η συχνότητα εμφάνισης των κυβερνοεπιθέσεων έχει αυξηθεί. (Η συχνότητα εμφάνισης / Η εμφάνιση / Το ποσοστό)
- The incidence of cyberattacks has increased.
- Εδώ το 'συχνότητα εμφάνισης' είναι το πιο φυσικό για στατιστικά.