συγκεκριμένος /sikoŋkriˈmeːnos/ AdjectiveEnglishspecific한국어구체적인ExampleΔώσε μου μια **συγκεκριμένη** ώρα για τη συνάντησή μας.Please give me a specific time for our meeting.Η λέξη 'συγκεκριμένος' είναι η πιο συχνή επιλογή.