Σύμμαχος /siˈmaχos/ Noun

English
ally
한국어
든든한 지원군

Example

  • Οι δύο χώρες είναι **σύμμαχοι** εδώ και έναν αιώνα.
  • The two countries have been allies for over a century.
  • Η λέξη «σύμμαχος» φέρει βάρος ιστορικής δέσμευσης.