συνέδριο /siˈneðrio/ Noun
- English
- conference
- 한국어
- 컨퍼런스
Example
- Το ξενοδοχείο χρησιμοποιείται για εκθέσεις, [συνέδριο] και κοινωνικές εκδηλώσεις.
- The hotel is used for exhibitions, conferences and social events.
- Το 'συνέδριο' είναι ο πιο ουδέτερος όρος.