συνείδηση /sɪnɛˈðisɪ/ Noun

English
consciousness
한국어
의식

Example

  • Η Ναταλία ανέκτησε σιγά-σιγά τη [συνείδηση] στο νοσοκομείο.
  • She slowly regained consciousness in the hospital.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το ρήμα 'ανακτώ' (regain) με το ουσιαστικό.