συνδρομητής /sindro miˈtis/ Noun
- English
- subscriber
- 한국어
- 구독자
Example
- Οι [συνδρομητές] (ο συνδρομητής / ο εγγεγραμμένος / ο τακτικός πελάτης) του περιοδικού λαμβάνουν έκπτωση.
- Subscribers to the magazine receive a discount.
- Το «συνδρομητής» είναι ο πιο άμεσος και ουδέτερος όρος.