συνταγματικός /sindagmaˈtikos/ Adjective

English
constitutional
한국어
헌법적

Example

  • Το Δικαστήριο έκρινε τον νέο φορολογικό νόμο **συνταγματικό** (θεμελιώδης / θεμελιώδης / θεμελιώδης) — του: The court declared the new tax law constitutional.
  • The court declared the new tax law constitutional.
  • Εδώ χρησιμοποιείται το ουδέτερο γένος, καθώς το 'νόμος' είναι αρσενικό, αλλά το 'το νόμο' (ως αντικείμενο) απαιτεί το ουδέτερο επίθετο σε ορισμένες δομές, αν και το 'συνταγματικός' (αρσενικό) είναι πιο συχνό για 'νόμος'. Εδώ χρησιμοποιούμε το ουδέτερο για να δείξουμε την κλίση.