συντακτικός /ˌɛdɪˈtɔːriəl/ Adjective
- English
- editorial
- 한국어
- 에디토리얼 (Editorial)
Example
- Η **συντακτική** ομάδα (επιμέλεια/γνώμη) δούλεψε όλη τη νύχτα.
- The magazine’s editorial staff worked through the night.
- Εδώ τονίζεται η ομάδα που γράφει το κύριο άρθρο γνώμης.