ΣΥΝΘΕΤΩ /sinˈθeto/ Verb
- English
- compose
- 한국어
- 작성하다 / 구성하다
Example
- Ο Μότσαρτ [συνέθεσε] την τελευταία του όπερα λίγο πριν πεθάνει.
- Mozart composed his last opera shortly before he died.
- Εδώ χρησιμοποιούμε τον αόριστο (συνέθεσε) γιατί η πράξη ολοκληρώθηκε.