Συζητώ /si.ziˈto/ VerbEnglishdiscuss한국어논의하다ExampleΈχεις **συζητήσει** (αναλύσει / εξετάσει / μιλήσει) το πρόβλημα με κανέναν;Have you discussed the problem with anyone?Στην Ελλάδα, η συζήτηση συχνά περιλαμβάνει έντονη ανταλλαγή απόψεων.