Συζήτηση /siˈziːtisi/ Noun
- English
- conversation
- 한국어
- 대화 (Conversation)
Example
- Είχαμε μια μακράν συζήτηση (οικοδόμηση / δημιουργία / καθιέρωση) για το μέλλον μας.
- We had a long conversation about our future.
- Η 'συζήτηση' είναι η πιο ουδέτερη και συχνή επιλογή.