ταμπλέτα /ˈtæblɪt/ Noun

English
tablet
한국어
태블릿

Example

  • Διαβάζει ηλεκτρονικά βιβλία στην [ταμπλέτα] κάθε βράδυ.
  • She reads e-books on her tablet every night.
  • Η λέξη 'ταμπλέτα' είναι πλέον ο καθιερωμένος όρος.