τακτική /ta(k)tiˈci/ NounEnglishtactic한국어전술ExampleΔοκίμασαν κάθε **τέχνασμα** (ελιγμός / τέχνασμα / μέθοδος) για να μας πείσουν να πάμε.They tried all kinds of tactics to get us to go.Εδώ τονίζεται η προσπάθεια και η πολυπλοκότητα των μέσων.