Ταυτοποίηση /taf.to.piˈi.si/ Noun
- English
- identification
- 한국어
- 신원 확인
Example
- Η ταυτοποίηση των θυμάτων της συντριβής ήταν μια μακρά και δύσκολη διαδικασία.
- The identification of the crash victims was a long and difficult task.
- Εδώ το 'ταυτοποίηση' είναι το πιο ακριβές, ειδικά σε επίσημο πλαίσιο.