Ταίριασμα /teˈriazmo/ AdjectiveEnglishmatching한국어어울리다ExampleΟι δύο αδελφές φορούσαν ρούχα που **ταίριαζαν** (ταιριαστά) μεταξύ τους.The two sisters wore matching outfits.Εδώ χρησιμοποιείται το ρήμα «ταίριαζαν» (imperfective) για περιγραφή.