Ανησυχητικό /ani.si.xi.tiˈko/ Adjective
- English
- disturbing
- 한국어
- 섬뜩한
Example
- Η έκθεση αποκάλυψε μια **ταραχτική** αύξηση της τοπικής εγκληματικότητας. (Η έκθεση αποκάλυψε μια **αποκαρδιωτική** / **βαθιά ανησυχητική** αύξηση...)
- The report revealed a disturbing increase in local crime rates.
- Εδώ το 'ταραχτικός' ταιριάζει άψογα με την επίσημη αναφορά.