τεχνολογικός /teχnoloˈʝikos/ Επίθετο
- English
- technological
- 한국어
- 기술적인
Example
- Η εταιρεία επενδύει σε **τεχνολογική** καινοτομία. (Η εταιρεία **χτίζει** την τεχνολογική της υποδομή.)
- The company is investing in technological innovation.
- Το 'τεχνολογική' εδώ τονίζει την κατεύθυνση της επένδυσης.