Τελικός/Τελική/Τελικό Τελικός/Τελική/Τελικό Adjective
- English
- final
- 한국어
- 최종 (Final)
Example
- Η **τελική** του πράξη ως ηγέτης ήταν να ενώσει την ομάδα (η **οριστική** του κίνηση (συνιστά / δημιουργεί / καθιερώνει)).
- His final act as leader was to unite the team.
- Το 'τελικός' είναι η πιο συχνή επιλογή.