διακόπτω/διακόψω διακόπτω/διακόψω Verb

English
terminate
한국어
종료하다

Example

  • Η γραμμή του λεωφορείου [τερματίζει] στο κέντρο της πόλης.
  • The bus service terminates at the city center.
  • Εδώ χρησιμοποιείται ως αμετάβατο, τονίζοντας το τέλος της διαδρομής.