Θανατηφόρος /θana.tiˈfo.ros/ ΕπικίνδυνοςEnglishlethal한국어치명적인ExampleΗ αράχνη έδωσε ένα [θανατηφόρο] δάγκωμα.The spider delivered a lethal bite.Το 'θανατηφόρος' είναι το πιο επίσημο και ακριβές.