θαύμα /θávma/ NounEnglishmiracle한국어기적ExampleΤο θαύμα της ανατολής του ήλιου δεν παύει ποτέ να με συγκινεί.The miracle of the sunrise never ceases to amaze me.Εδώ χρησιμοποιείται μεταφορικά για την ομορφιά της φύσης.